εὐεργεσίαν

εὐεργεσίᾱν , εὐεργεσία
well-doing
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εὐεργεσιᾶν — εὐεργεσία well doing fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • благодательство — БЛАГОДАТЕЛЬСТВ|О (3*), А с. Благодеяние: и инѣмъ же аще прѣставить твоѥю ст҃остию да отътоудѣ къ намъ иже въ никеи отъ ст҃хъ оц҃ь заповѣдании приидоуть канони. тебѣ издрѩдьно благодательство. тѣмь вьсѣмъ западьныимъ цр҃квамъ б҃жиѥю помощию… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • благодѣяниѥ — БЛАГОДѢ˫АНИ|Ѥ (76), ˫А с. 1.Доброе дело, благотворительность, благодеяние: Аште никоѥго же бл҃годѣ˫ани˫а отъ сего не приимали бышѩ. то въ приношен никако же бышѩ поминаѥмы. (εὐεργεσίας) Изб 1076, 133 об.; такожде и таковыи... кънигы коупѩи. аще… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • VESTA — Saturni filia ex Ope, testibus Diodor. Siculô et Apollodorô, secundum Q Fabium Victorem Iani uxor: quamquam a Poetis non raro pro terra sumitur, sive quod omnibus terrâ vestiatur, sive quod vi sua stet. Ovid. l. 6. Fast. . 299. Stat vi Terra suâ; …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευεργεσία — η (ΑΜ εὐεργεσία, Α και ιων. τ. εὐεργεσίη) [ευεργέτης] 1. η καλή πράξη (σε αντίθεση με την κακή), η αγαθοεργία 2. καλή και ωφέλιμη πράξη για χάρη κάποιου, η ενέργεια που γίνεται με αγαθό σκοπό μσν. 1. παραχώρηση, προνόμιο, αμοιβή 2. εύνοια, χάρη… …   Dictionary of Greek

  • προΐημι — Α [ἵημι] 1. αποστέλλω κάποιον εκ τών προτέρων ή στέλνω κάτι από πριν («αἶψα δ’ ἐπ Αἴαντα προΐεις κήρυκα θοώτην», Ομ. Ιλ.) 2. αφήνω κάποιον να πάει κάπου («Μαίον ἄρα προέηκε, θεῶν τετράεσσι πιθήσας», Ομ. Ιλ.) 3. αφήνω κάτι να πέσει («πηδάλιον ἐκ… …   Dictionary of Greek

  • προέχω — ΝΜΑ προὔχω Α 1. εξέχω προς τα εμπρός, προεξέχω («ἀκτὴ προέχουσα ἐς τὸν πόντον», Ηρόδ.) 2. μτφ. είμαι ανώτερος, υπερέχω («ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας, τοὺς μὲν τοῡ Δωρικοῡ γένους, τοὺς δὲ τοῡ Ἰωνικοῡ», Ηρόδ.) 3. (το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.